Προβληματιστήκαμε αρκετά, όχι δραματικά ομολογούμε, για το αν θα δημοσιεύσουμε αυτό το σημείωμα (ως αιτιολόγηση του «ατοπήματος») σχετικά με την αναδημοσίευση αυτού του (κάτωθι) κειμένου ως υστερόγραφο ή ως εισαγωγικό σημείωμα και τελικά καταλήξαμε στην εισαγωγή:

Είναι μια συνδιαμόρφωση κειμένου (Μαρία Κορνάρου και Μύρων Ζαχαράκης) δημοσιευμένου στο ResPublica.Gr που συμπυκνώνει αρκετή φτηνή σοφιστεία. Το εντυπωσιακά γελοίο είναι ότι παρότι καταγγέλλει την «λογική» (δηλ. την μη λογική θεμελίωση) της γυναικοκτονίας βρίθει ανόητων γενικεύσεων και εσφαλμένων ορισμών ενόσω οι λογικές πλάνες κάνουν οργιαστικό πάρτι.

Εκτιμούμε ότι η ασυναρτησία και η ηλιθιότητα τέτοιων νέο-συντηρητικών (ή και ακραία συντηρητικών-αντιδραστικών) κειμένων είναι σχεδόν το ταβάνι (ή ο πάτος) της επιχειρηματολογίας αυτού του χώρου όπως αυτός (κυρίως) ετεροκαθορίζεται από το αντίπαλο (έξαλλο και προχώ) στρατόπεδο.

Είναι παραπάνω από εμφανές ότι έχουμε πρόθεση να προκαταβάλουμε αρνητικά τον αναγνώστη του κειμένου γιατί κάτι τέτοιο είναι ειλικρινές, νόμιμο και ηθικό. Ταυτόχρονα επίσης να τσιτώσουμε ή και να εξαγριώσουμε περαιτέρω όλους τους συντηρητικούς ή και αντιδραστικούς αναγνώστες αυτής της δημοσίευσης και αναδημοσίευσης.

Είναι παραπάνω από προφανές, ακριβώς επειδή μας διακρίνει η αστική και η εν γένει ευγένεια στην ερωτική και πνευματική δραστηριότητα αλλά και η δέσμευση στην δεοντολογία της δημοκρατικής διαλεκτικής, ότι θα δημοσιεύσουμε κάθε κείμενο που κρίνουμε ότι είναι χρήσιμο στις αρχές μας, στις αξίες μας και στους στόχους μας. Περιμένουμε λοιπόν όποιον, όποια και όποιο, σούργελο και μη, έχει τ΄ αρχίδια (για να μιλήσουμε και μεις κάπως πατριαρχικά) του παρρησιαστή ή την κλαψομούνικη αφέλεια του ιδιώτη (idiot) να κρούσει την θύρα του μπουρδέλου μας. 

Οι συνεργάτες μας, ακριβώς επειδή διαθέτουν τον άπλετο χρόνο ενός εφήμερου και θνητού βίου, σε κάθε περίπτωση όμως ερωτικού, θα εκφραστούν, τόσο στο art-io όσο και εδώ στο erotiCulture, εν ευθέτω χρόνω, με αφορμή το κείμενο και όχι μόνο, για την γυναικοκτονία αλλά και γενικότερα για τα ζητήματα της  έμφυλης βίας και της πατριαρχίας.


Αφορμή για την συγγραφή του παρόντος άρθρου στάθηκε ένα αίτημα της Επιτροπής Φύλου και Ισότητας της Παιδαγωγικής Σχολής ΑΠΘ. Συγκεκριμένα, ἡ Επιτροπή επεσήμανε πρόσφατα ότι από την αρχή του 2021 έχουν λάβει χώρα περίπου 13 φόνοι γυναικών, που θα μπορούσαν να περιγραφούν ως «γυναικοκτονίες», δηλαδή φόνοι όπου το φύλο του θύματος είναι το κυρίαρχο κριτήριο στην επιτέλεση της ανθρωποκτονίας, ἡ οποία λειτουργεί συνήθως ως τιμωρητική πράξη. Γι’ αυτό κρίνει αναγκαία την εισαγωγή ειδικής ρύθμισης περί «γυναικοκτονίας» στον ελληνικό ποινικό κώδικα.

Τι θα σήμαινε η ποινικοποίηση της «γυναικοκτονίας»;

Η θέσπιση ειδικής ρυθμίσεως στον Ποινικό Κώδικα για την «γυναικοκτονία» θα καθιέρωνε «διακεκριμένη παραλλαγή του εγκλήματος, δηλαδή βαρύτερα τιμωρούμενη περίπτωση ανθρωποκτονίας. Στον σημερινό Ποινικό Κώδικα, οι μόνες παραλλαγές της ανθρωποκτονίας που προβλέπονται είναι οι καλούμενες «προνομιούχες παραλλαγές». Πρόκειται δηλαδή για πράξεις πού, καίτοι ουσιαστικά αποτελούν θανάτωση ανθρώπου, ὁ νομοθέτης έκρινε ότι ἡ απαξία τους είναι σημαντικά μικρότερη από αυτή της ανθρωποκτονίας, ώστε χρήζουν ευνοϊκότερης ποινικής μεταχειρίσεως. Οι σήμερα προβλεπόμενες προνομιούχες παραλλαγές της ανθρωποκτονίας με πρόθεση είναι ἡ ανθρωποκτονία σε βρασμό ψυχικής ορμής (299 παρ. 2 ΠΚ), ἡ ανθρωποκτονία από αμέλεια (302 ΠΚ), ἡ παιδοκτονία (303 ΠΚ) και η ανθρωποκτονία κατ’ απαίτηση (300 ΠΚ). Το παράδειγμα της παιδοκτονίας είναι δόκιμο για να κατανοηθεί ἡ διαφορά διακεκριμένης και προνομιούχου παραλλαγής ενός εγκλήματος. Πρόκειται για την τιμωρία της θανάτωσης νεογνού βρέφους από την μητέρα του, κατά την διάρκεια της διαταραχής του οργανισμού της από τον πρόσφατο τοκετό. Παλαιότερα, ἡ παιδοκτονία τιμωρούνταν βαρύτερα από την ανθρωποκτονία λόγω του ιδιαίτερα αποτρόπαιου χαρακτήρα του εγκλήματος. Αντιθέτως σήμερα, η παιδοκτονία τιμωρείται ελαφρότερα από την ανθρωποκτονία, λόγω συγκατάβασης προς την ασταθή και καταβεβλημένη κατάσταση της φονεύουσας μητέρας. Έτσι, οι διακεκριμένες παραλλαγές αποτυπώνουν την αυστηρή αντιμετώπιση μίας ιδιαίτερα αποδοκιμαζόμενης από το κοινό αίσθημα ανθρωποκτονίας, ενώ οι προνομιούχες παραλλαγές στην επιεική αντιμετώπιση ενός δράστη που προκαλεί οίκτο καθώς τελούσε υπό ιδιαίτερη βιολογική ή ψυχολογική αδυναμία.

Η εισαγωγή της διακεκριμένης παραλλαγής της γυναικοκτονίας θα αποτελούσε εξαίρεση στην μέχρι τούδε επιλογή του νομοθέτη, χάριν επιείκειας, να μην θεσπίσει διακεκριμένες παραλλαγές της ανθρωποκτονίας, ούτε καν για περιπτώσεις ιδιαίτερης σκληρότητας ή και προσβολής θεσμών όπως ἡ οικογένεια, κρίνοντας ότι η ποινή της ανθρωποκτονίας από πρόθεση είναι επαρκής. Και όμως, ἡ θέσπιση διακεκριμένης παραλλαγής για τη γυναικοκτονία είναι απολύτως απαραίτητη εάν πρόκειται οι δράστες της να τιμωρηθούν βαρύτερα, καθώς μόνο έτσι μπορεί να ληφθεί ὑπ’ όψιν ως νόμιμη επιβαρυντική περίσταση ή ιδιότητα του θύματος ως γυναίκα και να αυξηθεί αντίστοιχα η προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Ειδάλλως, μόνη λύση θα είναι να ληφθεί υπ’ όψιν ἐκ μέρους του δικαστή η ιδιότητα του θύματος ως γυναίκας και ως εκ τούτου αδύναμης να υπερασπιστεί τον εαυτό της (ως δικαστική επιβαρυντική περίσταση, 72 παρ. 5 στ. δ ΠΚ), χωρίς να μπορεί βέβαια ο δικαστής να υπερβεί την ανώτατη προβλεπόμενη από τον νομοθέτη ποινή, ήτοι την ισόβια κάθειρξη, άλλως ειπείν την υψηλότερη ποινή που προβλέπει ὁ Ποινικός μας Κώδικας.

Πρακτικές λοιπόν συνέπειες από την θέσπιση της «γυναικοκτονίας» θα ήταν είτε η εξασφάλιση ως αποκλειστικής ποινής της ισόβιας καθείρξεως κατ’ αποκλεισμό των προνομιούχων παραλλαγών που τυχόν συντρέχουν (π.χ. αμέλεια, βρασμός ψυχικής ορμής) είτε η πρόβλεψη κάποιας επιπλέον ποινής που θα επιβαλλόταν σωρευτικώς με την ισόβια κάθειρξη (αν κρίνουμε από τις προτιμήσεις των φεμινιστικών και αλληλέγγυων κύκλων, μάλλον εδώ θα επρόκειτο για αναμορφωτικά σεμινάρια, καίτοι αυτά δεν τα προβλέπει εισέτι ὁ Ποινικός Κώδικας…). Συμπερασματικά, φαίνεται ότι με την εμφάνιση τού κοινωνικού φαινομένου των «γυναικοκτονιών», ξύπνησαν επιτέλους από τον λήθαργο τα αντανακλαστικά αντεγκληματικής πολιτικής των φεμινιστριών και λοιπών προοδευτικών εγκεφάλων, και για πρώτη φορά στην ιστορία, αντί να ζητούν μείωση των ποινών, απονομή χάριτος στούς καταδίκους ἢ και (προσφάτως με αφορμή το κίνημα Black Lives Matter) κατάργηση των φυλακών, τώρα ψάχνουν εναγωνίως πως θα αυστηροποιηθεί το ποινικό σύστημα για να τιμωρηθούν οι «γυναικοκτονίες»!

Πως τεκμηριώνεται ἡ ύπαρξη «γυναικοκτονίας»;

Βασικό επιχείρημα τής Επιτροπής που επέλεξε να ζητήσει την ποινικοποίηση της «γυναικοκτονίας» είναι το εξής: «ανθρωποκτονία μπορεί να συμβεί σε πολλές περιπτώσεις εγκληματικών ενεργειών, π.χ. στο πλαίσιο μιας ληστείας. Στις γυναικοκτονίες, το φύλο του θύματος είναι το κυρίαρχο κριτήριο στην επιτέλεση της ανθρωποκτονίας, ἡ οποία λειτουργεί συνήθως ως τιμωρητική πράξη». Μάλιστα. Δηλαδή υπάρχει μια διακριτή κατηγορία εγκλημάτων, όπου σκοτώνεσαι απλά επειδή είσαι γυναίκα. Δηλαδή οι γυναίκες που σκοτώθηκαν, σκοτώθηκαν επειδή είναι γυναίκες; Σαν να λέμε, εκεί που περπατούσε μια γυναίκα στα καλά καθούμενα, της επιτέθηκε ένας άνδρας και τη σκότωσε έτσι; Όχι, δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Σε όλες τις γνωστές και πρόσφατες περιπτώσεις φόνων γυναικών, οι γυναίκες σκοτώθηκαν από τον σύζυγο ἢ σύντροφό τους, δηλαδή γνωρίζονταν με τεν θύτη και είχαν αναπτύξει κάποια σχέση μαζί του (πιθανότατα υφιστάμενες και λεκτική ή σωματική κακοποίηση). Σε καμία από αυτές τις περιπτώσεις δε σκοτώθηκε κάποια γυναίκα «απλώς και μόνο (ή κυρίως) επειδή ήταν γυναίκα». Ὁ εκάστοτε φονιάς έδρασε, λοιπόν, έχοντας προηγουμένως αναπτύξει μαζί με το θύμα του μια ορισμένη σχέση, δηλαδή τη γνώριζε καλά. Δεν τη στοχοποίησε λόγω του φύλου της (αν ήταν έτσι, θα επέλεγε για θύμα του μια γυναίκα άγνωστη στον ίδιο). Τη στοχοποίησε λόγω της αρρωστημένης σχέσης που εκείνος είχε αναπτύξει μαζί της. Ας δούμε μερικά παραδείγματα, για να γίνει καλύτερα κατανοητό τα ζήτημα.

Κατά την περίοδο της κατάργησης της δουλείας των αφροαμερικανών στις Η.Π.Α. έκανε την εμφάνισή της ἡ Κού Κλούξ Κλάν, μιά ρατσιστική ακροδεξιά τρομοκρατική οργάνωση που απέβλεπε στη διασφάλιση των ειδικών προνομίων της λευκής φυλής. Μέθοδός της ήταν οι επιθέσεις σε συγκεκριμένα πρόσωπα, αφροαμερικανούς φυσικά, με στόχο τη γενικότερη διασπορά του τρόμου στην αμερικάνικη κοινωνία της εποχής και κατά συνέπεια την αποθάρρυνση της αφροαμερικάνικης κοινότητας να διεκδικήσει την ισότητα δικαιωμάτων. Αυτοί οι λευκοί τρομοκράτες κατά κανόνα στοχοποιούσαν τα θύματά τους με το κριτήριο του χρώματος, σε συνδυασμό με τη θέση τους στην κοινωνία ή την αναγνωρισιμότητά τους. Άν δηλαδή κάποιος ήταν επιτυχημένος, γνωστός ή ακτιβιστής ενάντια στον ρατσισμό, μπορούσε να μπει στο στόχαστρο τέτοιων ατόμων. Κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και με τους εβραϊκούς πληθυσμούς στη ναζιστική Γερμανία, στην Αφρική κατά το απαρτχάιντ και στην Ινδία την εποχή της αγγλοκρατίας. Φυσικά, δεν ήταν όλα τα παραδείγματα τόσο ακραία όσο της ΚΚΚ, ούτε είχαν όλοι οι δράστες το ίδιο ακριβώς κίνητρο. Ήταν όμως όλα αυτά εκφάνσεις ιδεολογικής βίας/τρομοκρατίας και γίνονταν με κίνητρο τη συνέχιση των ρατσιστικών διακρίσεων και την παρεμπόδιση της ισότητας. Επιπλέον, οι δράστες κατά κανόνα δε γνώριζαν προσωπικά τα θύματά τους ή τέλος πάντων δε σχετίζονταν προσωπικά μαζί τους. Το έγκλημά τους είχε απρόσωπο και «συμβολικό» χαρακτήρα, όπως και κάθε τρομοκρατία, είτε την ασκούν οργανώσεις είτε το κράτος.

Ας έρθουμε τώρα ξανά στα πρόσφατα εγκλήματα κατά γυναικών. Τι παρατηρούμε; Η κατάσταση είναι εδώ σαφώς διαφορετική: οι άνδρες γνώριζαν προσωπικά τα θύματά τους, είχαν εμπλακεί σε χρόνιο δεσμό μαζί τους και βρίσκονταν σε σύγκρουση. Αυτό κατατάσσει τα εγκλήματα είτε στην κατηγορία «έγκλημα πάθους (ή ζήλειας)» είτε στην κατηγορία των εγκλημάτων για χάρη κάποιου συμφέροντος (π.χ. οικονομικού). Αν το κύριο κίνητρο των φόνων ήταν ἡ γυναικεία ιδιότητα των θυμάτων, τότε τα θύματα δε θα ήταν αυτά αλλά θα προέρχονταν από τον χώρο των ακτιβιστριών ή απλώς των γνωστών πετυχημένων γυναικών μέσα στην κοινωνία. Με αυτό ας μη νομίσει κανείς ότι δικαιολογούνται οι δράστες. Κάτι τέτοιο θα ήταν απαράδεκτο και ευτυχώς είναι αδιανόητο. Όλοι ή σχεδόν όλοι οι δράστες εντοπίστηκαν ήδη και θα κριθούν από την ελληνική Δικαιοσύνη. Το πρόβλημα είναι ότι δε θα πρέπει να ιδεολογικοποιούνται τα εγκλήματά τους, μα στόχο να επιτευχθούν επιθυμητές σε ορισμένους πολιτικούς κύκλους κοινωνικές μεταβολές, διότι πρόκειται για εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου.

Εδώ μπορεί να προβληθεί η αντίρρηση ότι ὁ φονιάς της κοπέλας ή της συζύγου του, προέβη στην εν λόγω πράξη επειδή την θεωρούσε κατά κάποιον τρόπο «κτήμα» του, οπότε ήταν και σεξιστής, όχι ιδεολογικά (ενταγμένος σε οργάνωση κ.λπ.) αλλά στην πράξη. Αυτό πιθανότατα είναι σωστό, αλλά ισχύει για κάθε φονιά και φόνισσα. Πραγματικά, κάθε άνθρωπος που αφαιρεί τη ζωή κάποιου άλλου, είτε είναι άνδρας είτε γυναίκα, συμπεριφέρεται, κατά κάποιον τρόπο, σαν αυτή ἡ ζωή να του ανήκει, επομένως και σαν να μπορεί να την αφαιρέσει όποτε εκείνος θέλει. Τι θα πει λοιπόν «του ανήκει»; Κυριολεκτικά, κάθε φορά πού κάποιος/α αφαιρεί τη ζωή κάποιου/ας, ουσιαστικά συμπεριφέρεται σαν να του ανήκει αυτή η ζωή. Ωστόσο, οι υποστηρικτές του όρου «γυναικοκτονία» βλέπουν αίσθημα ιδιοκτησίας μόνο στους άνδρες φονιάδες γυναικών. Και αυτό είναι το πρόβλημα: στην πραγματικότητα, η έννοια της γυναικοκτονίας αποτελεί μια μορφή αυτού που στη λογική αποκαλείται «λήψη του ζητουμένου», δηλαδή ενός λογικού συλλογισμού στον οποίο το επιθυμητό συμπέρασμα λαμβάνεται ήδη ως δεδομένο σε μια από τις προκείμενες.

Πρόκειται για λογική πλάνη και δεν έχει αξία έγκυρου συλλογισμού. Συγκεκριμένα, όσοι θεωρούν την ελληνική κοινωνία ως πατριαρχική, φέρουν ως «απόδειξη» τις πρόσφατες γυναικοκτονίες, η έννοια όμως «γυναικοκτονία» που τους αποδίδεται, προϋποθέτει ότι μέσα στην κοινωνία μας ὁ άνδρας είναι το κυρίαρχο φύλο και η γυναίκα υποδεέστερη και θύμα του, οπότε και εξηγείται το γιατί ὁ φόνος μιας γυναίκας από τον σύντροφο ή σύζυγό της, είναι πράξη που φανερώνει ιδιοκτησία, ενώ το αντίθετο (π.χ. ὁ φόνος ενός άνδρα από τη δική του σύζυγο) όχι. Με λίγα λόγια, ο περί γυναικοκτονίας λόγος προϋποθέτει την ύπαρξη πατριαρχίας μέσα στην κοινωνία και κατόπιν χρησιμοποιείται από τους υποστηρικτές του ως απόδειξη… του ότι έχουμε πατριαρχία! Η ύπαρξη λογικής πλάνης είναι εδώ κάτι περισσότερο από εμφανής.

«Γυναικοκτονία» και η θρυλούμενη πατριαρχία

Αλλά ας προχωρήσουμε λίγο ακόμη. Γιατί τα εγκλήματα κάποιων ανδρών κακοποιητών αντιμετωπίζονται από πολλούς ως ενδείξεις πατριαρχίας; Η επιχειρηματολογία όσων πρεσβεύουν τον συγκεκριμένο όρο, είναι ότι αυτές οι βίαιες δολοφονίες γυναικών δεν αποτελούν εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου αλλά προέρχονται από κάποιον συστημικό σεξισμό και μια γενικότερη μεροληψία σε βάρος του γυναικείου φύλου. Αλλά τι το «συστημικό» υπήρξε στις προαναφερθείσες δολοφονίες; Το σύστημα δεν τους έδωσε κανενός είδους δικαιολόγηση. Εντελώς το αντίθετο. Όλες (ή σχεδόν όλες) οι παραπάνω βίαιες δολοφονίες γυναικών εξιχνιάσθηκαν ήδη και οι υπαίτιοι τιμωρήθηκαν χωρίς καμιά ελαστικότητα. Και δικαίως. Σε ηθικό επίπεδο, σύσσωμη ἡ ελληνική κοινωνία (εκτός από λίγες λυπηρές εξαιρέσεις ψυχοπαθολογικού και περιθωριακού χαρακτήρα) ομόφωνα εξέφρασε τον αποτροπιασμό της για τέτοιου είδους πράξεις. Επίσης σωστά. Με λίγα λόγια, συνέβη ακριβώς ό,τι θα ανέμενε κανείς να συμβεί σε μια μη πατριαρχική κοινωνία.

Ωσάν να ζούσαμε υπό πατριαρχική… λογοκρισία, ὁ φεμινιστικός κόσμος ασχολείται εδώ και μήνες με την εξασφάλιση της επαρκούς ενημερώσεως του κοινού για την τέλεση των «γυναικοκτονιών». Πρόκειται για πρακτική πού, όταν χρησιμοποιείται από την άκρα Δεξιά, χαρακτηρίζεται συνήθως ως προσπάθεια να «ανάψουν τα αίματα», έχει δε ήδη ποινικοποιηθεί ως «υποκίνηση ρατσιστικού μίσους». Το πρόγραμμα των φεμινιστριών όμως περιέχει μηνύματα μόνο περί της αστείρευτης και διαρκούς επιθετικότητας των ανδρών, επομένως δεν αντιμετωπίζει προβλήματα νομιμότητας. Διερωτώμεθα πάντως, κατά πόσον μία αντίστοιχη «ενημερωτική καμπάνια» από τις (γραφικές) οργανώσεις «για τα δικαιώματα των ανδρών» με στόχο, φέρ’ ειπείν, την ευαισθητοποίηση του κοινού ως προς την δήθεν τάση των γυναικών να απατούν τους συντρόφους τους, ή να εκφράζουν ανειλικρινές ενδιαφέρον προς τους θαυμαστές τους, θα γινόταν ἐξ ίσου δεκτή από τις φεμινίστριες ως καθ’ όλα λογική προσπάθεια αυτοπροστασίας του ενός φύλου από τις απειλές του άλλου.

Σε κάθε περίπτωση, ἡ προσπάθεια καθιέρωσης τεκμηρίου επικινδυνότητος του κάθε άνδρα ως «αδίστακτου δολοφόνου», με καμπάνιες ενημερώσεως των γυναικών για τα «δέκα σημάδια ότι θα σε σκοτώσει ο σύντροφός σου» αλλά και δραματοποιήσεις για το ανδρόγυνο που η σχέση του κατέληξε σε φόνο (πρόσφατη συμμετοχή της σοκολατοποιΐας Lacta), δεν αποτελούν μόνο προσβολές του κοινού ηθικού αισθήματος, που αντιδρά στην παρουσίαση του κάθε ανθρώπου ως δυνάμει εγκληματία. Αποτελούν πρωτίστως απειλές για την δυνατότητα ειρηνικής συνυπάρξεως των δύο φύλων. Δεν αναφερόμαστε μόνο στα ακραία φαινόμενα, αφενός των φεμινιστικών οργανώσεων και αφετέρου των «απέναντί τους» οργανώσεων για τα δικαιώματα του ανδρός. Πρωτίστως επηρεαζόμενοι είναι εκείνοι που είχαν ούτως ή άλλως την τάση να εξεγερθούν εναντίον του αντίθετου φύλου, για λόγους είτε ιδεολογικής πωρώσεως είτε προσωπικής απογοητεύσεως.

Με την αφορμή των «γυναικοκτονιών», οι φεμινιστικές ομάδες έχουν βρει ευκαιρία να απευθυνθούν πλέον στο πανελλήνιο, στην κάθε γυναίκα, και να της στείλουν το διαστρεβλωμένο μήνυμα ότι ο σύντροφός της θα τη σκοτώσει. Εγκληματική πρόληψη μέσω μαζικών διαδηλώσεων στο κέντρο της Αθήνας με συνθήματα όπως «καμία άλλη δολοφονημένη» δεν πέτυχε ποτέ. Το σύνολο των τακτικών που αναπτύσσονται γύρω από το φαινόμενο της «γυναικοκτονίας» έχει σαφώς σκοπούς πρωτίστως πολιτικούς και όχι σωφρονιστικούς, σχετιζόμενους με την «χειραφέτηση» που φαντάζεται ότι επιδιώκει ο σύγχρονος φεμινισμός. «Χειραφέτηση», που συνδέεται άμεσα με τον περιορισμό ή και την διακοπή των διαφυλικών σχέσεων που αποτελούν αντικείμενο «δεσμεύσεως», δηλαδή ανάπτυξης ουσιαστικής και μόνιμης ανθρώπινης συντροφικότητας. Το ανδρόγυνο αποτελούσε ανέκαθεν αντίφαση και διάψευση της φεμινιστικής θεωρίας, που θέλει τον άνδρα και την γυναίκα σε αντιμαχόμενα στρατόπεδα, αφού ὁ ένας υπερασπίζεται και η άλλη πολεμά την «πατριαρχία». Έτσι, η εκτροπή της συζυγικής σχέσεως που οδηγεί σε τραγική μοίρα πλήθος γυναικών, είναι πρώτης τάξεως ευκαιρία για εμπέδωση και επίρρωση του φεμινιστικού δόγματος. Το ανδρόγυνο δεν είναι τόπος ειρήνης για τα δύο φύλα, αλλά πεδίο μάχης, και μάλιστα θανατηφόρο, πεδίο στο οποίο ἡ βάναυση πατριαρχία, προσωποποιούμενη στο πρόσωπο του ανδρός, δείχνει το πιο σκοτεινό της πρόσωπο, επιτελούσα αυτό που ανέκαθεν επιθυμεί: την εξόντωση της γυναίκας. Έτσι, ἡ γυναικοκτονία από εξαίρεση στον κανόνα της ειρηνικής συζυγίας, πρέπει να θεωρηθεί το βέβαιο και συνήθως συμβαίνον, κερδίζοντας μιά δική της λέξη στην καθομιλουμένη. Αν λοιπόν κάποιοι διακρίνετε έναν υπερβάλλοντα ζήλο που αγγίζει τα όρια του ειλικρινούς ενθουσιασμού στην αντίδραση του φεμινιστικού κινήματος στις γυναικοκτονίες, μάλλον δεν είναι της φαντασίας σας…


Τεχνική Σημείωση: Το πηγαίο κείμενο μεταστοιχειώθηκε σε μονοτονικό αφενός για να σπάσουμε την πατριαρχική παραδοσιοκρατική βαρβατίλα του και αφετέρου για να το κάνουμε προσβάσιμο σε άτομα με αναπηρία και μη που χρησιμοποιούν αναγνώστες (μεταφραστές) οθόνης που δεν ανταποκρίνονται με επιτυχία στο πολυτονικό. Επίσης διορθώσαμε αρκετά ορθογραφικά λάθη προκειμένου να αποτελειώσουμε…   τους δημιουργούς του.

Τι σημαίνει τελικά ο όρος «γυναικοκτονία»;

Σχετικά με την/τον Συγγραφέα